Ορισμός της Νοητικής Υστέρησης

Ο πλέον αποδεκτός ορισμός της νοητικής υστέρησης είναι αυτός που δίνει (1992) η Αμερικάνικη Εταιρία για τη Νοητική Ανεπάρκεια (American Association on Mental Retardation), σύμφωνα με τον οποίο:

«η νοητική υστέρηση αναφέρεται σε ουσιώδεις περιορισμούς της κείμενης λειτουργικότητας του ατόμου. Τη χαρακτηρίζει σημαντική και κάτω του μέσου όρου νοητική λειτουργία (Δ.Ν κάτω από 70), η οποία όμως θα πρέπει να σχετίζετε με δύο ή περισσότερα περιοριστικά στοιχεία από τα ακόλουθα πεδία βιοτικών προσαρμοστικών ικανοτήτων, όπως η επικοινωνία, η αυτοεξυπηρέτηση, η αυτοσυντήρηση στο σπίτι, οι κοινωνικές δεξιότητες, η βιοτική χρήση της κοινότητας, η αυτοδιάθεση, η συντήρηση της προσωπικής υγείας-υγιεινής και ασφάλειας, οι λειτουργικές σχολικές ικανότητες (βασικές γνώσεις γραφής, ανάγνωσης και αριθμητικής), εργασία και ψυχαγωγία. Η νοητική υστέρηση θα πρέπει να είναι εμφανής πριν από την ηλικία των 18 ετών».

(Βλάχου - Μπαλαφούτη 2000, Daily et al 2000, Ford-Martin 1999, Introduction to Mental Retardation 2002, Ysseldyke and Allgozzine 1995)

Αίτια της Νοητικής Υστέρησης

Τα αίτια της νοητικής υστέρησης είναι πολυάριθμα και ποικίλα. Αναφέρονται σε

όλα τα στάδια της ανάπτυξης του παιδιού από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι την ενηλικίωσή του και ταξινομούνται συνήθως σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  1. i. Τα γενετικά αίτια: τα οποία είναι παρόντα κατά τη στιγμή της σύλληψης και οφείλονται σε κληρονομικούς παράγοντες και σε ανωμαλίες χρωμοσωμάτων ή μεταβολισμού.
  2. ii. Τα περιβαλλοντικά αίτια: τα οποία οφείλονται σε εξωτερικούς παράγοντες και επενεργούν κατά την περίοδο της κυήσεως και την ατομική ζωή από τη βρεφική ηλικία έως και την ενηλικίωσή του.

Γενετικά αίτια

  • Χρωμοσωμιακές ανωμαλίες (σύνδρομο Down, σύνδρομο Turner, σύνδρομο Klinfelter, κ.α)
  • Ανωμαλίες μεταβολισμού (φαινυλοπυροσταφιλική ιδιωτεία P.K.U., γαλακτοξαιμία, tay-sachs, κρετινισμός, μικροκεφαλία και υδροκεφαλία)
  • Κληρονομικοί παράγοντες

Περιβαλλοντικά αίτια (κατά την κύηση, τον τοκετό και την παιδική ηλικία)

  • Μολυσματικές ασθένειες της μητέρας και του παιδιού: μικρόβια και ιοί με τη μορφή μολυσματικών ασθενειών μπορούν να εισχωρήσουν στον οργανισμό της εγκύου ή του εμβρύου προξενώντας σοβαρή βλάβη στο κεντρικό νευρικό σύστημα του παιδιού (ερυθρά, σύφιλη, έρπις)
  • Χρόνιες παθήσεις της εγκύου (υπέρταση, διαβήτης)
  • Σοβαροί τραυματισμοί της εγκύου ή του παιδιού
  • Κακή διατροφή της εγκύου ή του παιδιού
  • Ακτινοβολίες κατά τη διάρκεια της κυήσεως
  • Αναιμία της μητέρας
  • Κάπνισμα της μητέρας
  • Ψυχολογικές διαταραχές των γονέων και κυρίως της μητέρας
  • Αργοπορία αναπνοής του νεογέννητου
  • Πολιτισμικά αποστερημένο οικογενειακό περιβάλλον, ελλιπή ερεθίσματα προς το παιδί

Όλες οι παραπάνω αιτίες μπορούν να προκαλέσουν νοητική υστέρηση ελαφριάς, μέτριας ή σοβαρής μορφής. (Daily et al 2000, Ford-Martin 1999, Introduction to Mental Retardation 2002, Μπίρτας 1990, Νιτσόπουλος 1981, Πολυχρονοπούλου 1997, Πολυχρονοπούλου 2001, Σταυρακάκη 1988, Ysseldyke and Allgozzine 1995)

Συχνότητα της Νοητικής Υστέρησης

Η νοητική υστέρηση κατατάσσεται στην κατηγορία των μεγαλύτερων κοινωνικών, οικονομικών και εθνικών προβλημάτων υγείας των προηγμένων χωρών. Προσβάλει δύο φορές περισσότερα άτομα απ’ όσα πλήττουν συνολικά η τύφλωση, η πολιομυελίτιδα, η εγκεφαλική παράλυση και η ρευματική καρδιοπάθεια. Σύμφωνα με σχετικές εκθέσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) η έκταση του προβλήματος το 1954 στις χώρες της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής κυμαίνονταν από 1.5% έως 9% του πληθυσμού. Τα τελευταία χρόνια οι διεθνείς εκτιμήσεις εξακολουθούν να διαφέρουν μεταξύ τους, διότι τα αποτελέσματα των επιδημιολογικών ερευνών επηρεάζονται από παράγοντες όπως είναι η ηλικία και το φύλο των ατόμων του δείγματος, η κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση, οι μέθοδοι συλλογής των δεδομένων, ο ορισμός του προβλήματος, κ.α. Οι περισσότερες πάντως χώρες, δέχονται ποσοστά που κυμαίνονται γύρο στο 3% του γενικού πληθυσμού.

(Daily et al 2000, Ford-Martin 1999, Introduction to Mental Retardation 2002, Πολυχρονοπούλου 1997, Πολυχρονοπούλου 2001, Σταυρακάκη 1988)

Διάγνωση της Νοητικής Υστέρησης

Εφόσον υπάρχει υποψία για ύπαρξη νοητικής υστέρησης πρέπει να ληφθεί

αναλυτικό ιατρικό, οικογενειακό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ιστορικό, από υπάρχουσες ιατρικές και σχολικές αναφορές, αλλά και από συνεντεύξεις με τους γονείς. (Ford-Martin 1999)

Επίσης δίνονται κλίμακες νοημοσύνης, οι οποίες αξιολογούν τη νοημοσύνη, τη προσωπικότητα, τις ειδικές ικανότητες, τη κοινωνική ωριμότητα και τη σχολική επίδοση. Τέτοια εργαλεία είναι: α) η κλίμακα νοημοσύνης Stanford-Binet, β) η κλίμακα νοημοσύνης Wechsler για παιδιά προσχολικής ηλικίας, γ) η κλίμακα νοημοσύνης Wechsler για παιδιά σχολικής ηλικίας, δ) η κλίμακα νοητικής και κινητικής ανάπτυξης Bayley για βρέφη. (Ford, Martin 1999, Παρασκευόπουλος 1980, Πολυχρονοπούλου 2001)

Οι συνεντεύξεις με τους γονείς ή και όσους προσφέρουν υπηρεσίες στο παιδί, μπορούν να βοηθήσουν στην αξιολόγηση των Δραστηριοτήτων Καθημερινής Ζωής καθώς και των κοινωνικών δεξιοτήτων.

(Daily et al 2000, Introduction to Mental Retardation 2002)

Πρόληψη της Νοητικής Υστέρησης

Για να είναι ένα πρόγραμμα πρόληψης ολοκληρωμένο, πρέπει να περιλαμβάνει

τα εξής μέτρα πρόληψης:

  • Διαφώτιση του κοινού σχετικά με τα γενετικά και περιβαλλοντικά αίτια της νοητικής υστέρησης
  • Καθοδήγηση και συμβουλευτική των γονέων σε θέματα κυρίως υγιεινής διαβίωσης και ανατροφής του παιδιού
  • Υποστήριξη της οικογένειας με το νοητικά υστερών παιδί
  • Έγκαιρη αναγνώριση και εκπαίδευση των παιδιών με νοητική υστέρηση
  • Διενέργεια ερευνών για τον σαφέστερο καθορισμό των αιτιών που προκαλούν νοητική υστέρηση

(Daily et al 2000, Ford-Martin 1999, Introduction to Mental Retardation 2002, Νιτσόπουλος 1981, Πολυχρονοπούλου 2001)

Ταξινόμηση της Νοητικής Υστέρησης

 Για πολλά χρόνια η κατηγοριοποίηση των ατόμων με νοητική υστέρηση

βασίστηκε στο νοομετρικό έλεγχο που περιλαμβάνει τη χορήγηση ενός ή

περισσοτέρων σταθμισμένων αξιολογητικών κλιμάκων, από ειδικά εκπαιδευμένους ψυχολόγους. Ο πίνακας 1 απεικονίζει το σύστημα ταξινόμησης του Αμερικάνικου Συνδέσμου Νοητικής Υστέρησης (A.A.M.R.) που έχει γίνει αποδεκτό τα τελευταία χρόνια σε ευρεία κλίμακα.

Πίνακας 1
ΕΠΙΠΕΔΟ ΝΟΗΤΙΚΗΣ     ΥΣΤΕΡΗΣΗΣ
Δ.Ν.
Ελαφρά Νοητική Υστέρηση
Μέτρια Νοητική Υστέρηση
Σοβαρή Νοητική Υστέρηση
Βαριά Νοητική Υστέρηση
Απροσδιόριστη Νοητική Υστέρηση
50 - 55 έως 70
35 - 40 έως 50 - 55
20 - 25 έως 35 - 44
κάτω από 20 - 25
 -

(Daily et al 2000, Ford-Martin 1999, Μπίρτσας 1990, Nιτσόπουλος 1981, Πολυχρονοπούλου 1997, Πολυχρονοπούλου 2001, Ysseldyke and Allgozzine 1995)

Ελαφρά Νοητική Υστέρηση

 Με τον όρο ‘’Ελαφρά Νοητική Υστέρηση’’ αναφερόμαστε στα άτομα των οποίων η πνευματική ηλικία είναι ανώτερη των 7 ετών και κατώτερη των 10 ετών, ή ο δείκτης νοημοσύνης (Δ.Ν.) κυμαίνεται μεταξύ 50-55 έως 70 (πίνακας 1). Τονίζεται όμως ότι τα όρια αυτά είναι ενδεικτικά. Τα άτομα με ελαφρά νοητική υστέρηση αποτελούν περίπου το 85% του συνολικού πληθυσμού των ατόμων με νοητική υστέρηση.

(Ford-Martin 1999, Κυπριωτάκης 1989)

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ελαφριάς Νοητικής Υστέρησης

Γενικά χαρακτηριστικά:

  • Ο δείκτης νοημοσύνης κυμαίνεται μεταξύ 50-55 έως 70 και η πνευματική ηλικία από 7 – 10 ετών
  • Η διαταραχή αποτελεί πρωτογενή κατάσταση και όχι σύμπτωμα μιας άλλης προσβολής που θα εξαφανιστεί με την άρση του αιτίου
  • Τα αίτια εκτός από οργανικά (παθολογικά) μπορούν τις περισσότερες φορές να είναι κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά
  • Αναγνωρίζεται συνήθως με την είσοδο στο σχολείο.

(Κυπριωτάκης 1989, Παρασκευόπουλος 1980)

 Σωματικά χαρακτηριστικά:

  • Το ύψος και το βάρος βρίσκονται συνήθως σε κανονικά επίπεδα, η διάπλαση είναι φυσιολογική και το πρόσωπο επίσης
  • Υπάρχει αισθητή καθυστέρηση της πρώτης οδοντοφυΐας

(Κυπριωτάκης 1989, Πολυχρονοπούλου 2001)

 Κινητικά χαρακτηριστικά:

  • Το παιδί συνήθως παρουσιάζει αδεξιότητα των κινήσεων και ατελή οργάνωση των κινήσεων
  • Συνήθως παρατηρείται καθυστερημένη έναρξη του βαδίσματος
  • Το βρέφος καθυστερεί να χαμογελάσει στα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του (Κυπριωτάκης 1989)

 Γνωστικά Χαρακτηριστικά:

  • Η πνευματική ανάπτυξη προχωρά με βραδύτερο ρυθμό
  • Το παιδί παρουσιάζει αδυναμία μνήμης κυρίως στη βραχυχρόνια μνήμη
  • Το παιδί δυσκολεύεται να συγκρατήσει την προσοχή του στο ερέθισμα καθώς και να τη διατηρήσει για πολύ
  • Η κατάκτηση της γλώσσας πραγματοποιείται με βραδύ ρυθμό
  • Το παιδί παρουσιάζει προβλήματα στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες, όπως μειωμένη κριτική ικανότητα, ελλιπής δημιουργική νόηση, αδυναμία επεξεργασίας αφηρημένων συμβόλων

(Βλάχου-Μπαλαφούτη 2000, Κυπριωτάκής 1989, Μπίρτσας 1990, Πολυχρονοπούλου 1997, Πολυχρονοπούλου 2001)

 Συναισθηματικά χαρακτηριστικά:

  • Το παιδί συνήθως είναι ανήσυχο, ευερέθιστο, επιθετικό, αγχώδες με μειωμένο αυτοσυναίσθημα και με χαμηλό βαθμό ανεκτικότητας στη ματαίωση
  • Ιδιορρυθμίες συμπεριφοράς όπως παρορμητικότητα, απότομες αλλαγές διαθέσεως, πείσμα, υποβολιμότητα, δυσκολία προσαρμογής στο περιβάλλον
  • Τα μέσα άμυνας του παιδιού δεν διακρίνονται από λεπτότητα, είναι εύπιστο, έχει τάσεις ψευδολογίας και κλεπτομανίας, έχει φοβίες
  • Υπάρχει ανεπτυγμένο αίσθημα απραξίας, αδράνειάς
  • Δείχνει ελλιπή εμπιστοσύνη προς τον εαυτό του
  • Παρουσιάζει έλλειψη ενδιαφέροντος για μάθηση

 Μαθησιακά χαρακτηριστικά:

  • Η μάθηση χαρακτηρίζεται από ακαμψία, η γενίκευση και η μεταφορά της μάθησης είναι περιορισμένη, απαιτούνται συχνές επαναλήψεις για αφομοίωση των γνώσεων
  • Το παιδί παρουσιάζει περιορισμένη ικανότητα για αυθόρμητη και ευκαιριακή μάθηση

(Κυπριωτάκης 1989, Μπίρτσας 1990, Πολυχρονοπούλου 1997, Πολυχρονοπούλου 2001, Ysseldyke and Allgozzine 1995).

Ικανότητες των ατόμων με Ελαφρά Νοητική Υστέρηση

 Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα και εμπειρία τα άτομα με ελαφρά νοητική υστέρηση έχουν την ικανότητα να αναπτυχθούν ικανοποιητικά στους βασικούς τομείς της μάθησης και της συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα έχουν τη δυνατότητα:

  • Να κατανοήσουν τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου ή τουλάχιστον των περισσότερων τάξεων του δημοτικού
  • Να προσαρμοστούν κοινωνικά σε σημείο που μπορούν να κινηθούν ανεξάρτητα μέσα στην κοινότητα
  • Να εκπαιδευτούν σ’ ένα επάγγελμα που θα τους επιτρέψει να συντηρήσουν πλήρως ή μερικώς τον εαυτό τους ή την οικογένειά τους

(Ford-Martin 1999, Πολυχρονοπούλου 1997, Πολυχρονοπούλου2001)