Τι είναι οι Μαθησιακές Δυσκολίες;

Ο όρος «μαθησιακές δυσκολίες» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύνολο διαταραχών που μειώνουν την ικανότητα ενός ατόμου να επικοινωνήσει ή να μάθει. Πιο συγκεκριμένα οι Μ.Δ. δεν αποτελούν συγκεκριμένη διάγνωση που ακολουθείται από συγκεκριμένη συμπτωματολογία και θεραπεία, αλλά εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο, ένταση και συνδυασμούς δυσκολιών σε κάθε άτομο. Πρόκειται για νευρολογική διαταραχή και οφείλεται κατά βάση στον διαφορετικό τρόπο που σχηματίζονται και λειτουργούν τα δίκτυα των νευρώνων στον εγκέφαλο κάθε ατόμου.

Ο όρος μαθησιακές δυσκολίες εισήχθη στη διεθνή βιβλιογραφία πρώτη φορά το1962, από τον Samuel Kirk (στο έργο του Educating Exceptional Children). Από τότε πολλοί επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να περιγράψουν τις Μ.Δ. με πιο επαρκής ορισμούς ανάλογα με τις γνώσεις και τις κλινικές διαπιστώσεις κάθε εποχής. Πρόκειται όμως για μια διαδικασία που δεν έχει περατωθεί ακόμη καθώς οι επιστήμονες και ερευνητές βρίσκονται σε μια διαρκή παραγωγή διαπιστώσεων και προσπάθειας για επικαιροποίηση του ορισμού.

Σύμφωνα με τον ορισμό του National Joint Committee on Learning Disabilities (1990),

 «οι μαθησιακές δυσκολίες είναι ένας γενικός όρος ο οποίος αναφέρεται σε μια ετερογενή ομάδα διαταραχών που εκδηλώνεται με σοβαρές δυσκολίες στην κατάκτηση και χρήση των δεξιοτήτων της ακοής, του λόγου, της ανάγνωσης, της γραφής, της λογικής σκέψης και των μαθηματικών ικανοτήτων. Οι διαταραχές αυτές είναι εγγενείς και υποστηρίζεται ότι οφείλονται σε δυσλειτουργία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος. Δυσκολίες στην ικανότητα του ατόμου για αυτό-ρύθμιση (Διαταραχές Αισθητηριακής Επεξεργασίας), κοινωνικής αντίληψης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης μπορούν να συνυπάρχουν, όμως δεν στοιχειοθετούν από μόνες τους διάγνωση μαθησιακών δυσκολιών. Παρά το γεγονός όμως ότι οι μαθησιακές δυσκολίες μπορούν να συνυπάρχουν και με άλλες διαταραχές όπως αισθητηριακής επεξεργασίας, νοητική καθυστέρηση, κοινωνικές ή συναισθηματικές διαταραχές ή να επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως φυλετικές διαφορές ή ανεπαρκή εκπαίδευση και καθοδήγηση, δεν αποτελούν συνέπεια αυτών των καταστάσεων».

 Ένας πιο πρόσφατος ορισμός δίνεται στον ομοσπονδιακό νόμο περί εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία (Individuals with Disabilities Education Act – IDEA, 2004) σύμφωνα με τον οποίο,

 «οι μαθησιακές δυσκολίες σημαίνουν διαταραχή σε μια ή περισσότερες από τις βασικές ψυχολογικές διεργασίες που σχετίζονται με τη κατανόηση και τη χρήση του προφορικού ή γραπτού λόγου, η οποία εκδηλώνεται με μειωμένη ικανότητα του ατόμου να ακούει, να σκέφτεται, να μιλάει, να διαβάζει, να γράφει, να ορθογραφεί, ή να κάνει μαθηματικούς υπολογισμούς. Ο όρος περιλαμβάνει καταστάσεις όπως αντιληπτικές διαταραχές, εγκεφαλική βλάβη, ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, δυσλεξία και αναπτυξιακή αφασία. Στον ορισμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται μαθησιακή δυσκολία η οποία είναι σύμπτωμα καταστάσεων όπως οπτικής, ακουστικής ή κινητικής ανεπάρκειας, νοητικής καθυστέρησης, συναισθηματικών διαταραχών ή οφείλεται σε περιβαλλοντικούς, πολιτισμικούς, οικονομικούς παράγοντες».

Μια απλή κατηγοριοποίηση των διάφορων τύπων μαθησιακών δυσκολιών, σύμφωνα με τις λειτουργίες που επηρεάζονται, ακολουθεί παρακάτω:

 Ειδική διαταραχή ανάγνωσης: Eίναι η πιο συχνή εκδήλωση μαθησιακών δυσκολιών. Το 70%-80% των μαθητών με Μ.Δ. αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση. Πρόκειται για δυσκολίες στην κατανόηση του γραπτού λόγου, οι οποίες είναι δυσανάλογα επίμονες ως προς τη χρονολογική ηλικία του παιδιού και το νοητικό του δυναμικό. Οι διαταραχές στην ανάγνωση μπορούν να επηρεάσουν πολλούς τομείς της αναγνωστικής ικανότητας.

 Πιο συγκεκριμένα ο μαθητής με ειδική διαταραχή ανάγνωσης :

  • Δυσκολεύεται στη σύνδεση γράμματος – ήχου
  • Δυσκολεύεται στη ταχεία και ακριβή αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου
  • Όταν διαβάζει παραλείπει, προσθέτει, αντιμεταθέτει γράμματα, συλλαβές ή λέξεις
  • Η ταχύτητα της ανάγνωσης είναι αργή
  • Η ανάγνωση δεν έχει ομαλή ροή, προσωδία
  • Δεν κατανοεί αυτό που διαβάζει
  • Όταν διαβάζει μπορεί να χάσει την σειρά στην οποία βρίσκεται και να μεταπηδήσει σε επόμενες γραμμές παραλείποντας τις ενδιάμεσες
  • Το γραπτό έχει πολλά ορθογραφικά λάθη σε βαθμό να είναι δυσανάγνωστο έως και δυσνόητο
  • Το γραπτό έχει παραλείψεις, προσθέσεις, αντιμεταθέσεις, αντικαταστάσεις γραμμάτων, συλλαβών, αριθμών ή λέξεων («ρ» αντί «δ» ή «6» αντί «9» «3» αντί «ε»)
  • Είναι κακογράφος, κάνει πολλές μουντζούρες, αφήνει κενά ή ενώνει τις λέξεις
  • Δεν χρησιμοποιεί τα σημεία στίξης, κάνει λάθη στον τονισμό των λέξεων
  • Δυσκολεύεται στην κατανόηση χώρο-χρονικών εννοιών
  • Φτωχή αντίληψη της διαδοχής και της αλληλουχίας
  • Φτωχή οπτική και ακουστική μνήμη
  • Εμφανίζει φυσιολογική άρθρωση και η ομιλία
  • Κάνει συχνά λάθη όταν εκφράζεται προφορικά
  • Συνήθως είναι κινητικά αδέξια
  • Δεν αντιλαμβάνεται την ομοιοκαταληξία των λέξεων

Ο όρος Δυσλεξία χρησιμοποιείται ως συνώνυμο των δυσκολιών στην ανάγνωση. Παρόλα αυτά πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν διαφορετικοί τύποι δυσκολιών στην ανάγνωση, ένας εκ των οποίων είναι και η δυσλεξία.

Ειδική διαταραχή συλλαβισμού – γραπτής έκφρασης (δυσορθογραφία): Αναφέρεται γενικότερα σε προβλήματα στην παραγωγή του γραπτού λόγου, στην εκμάθηση της γραμματικής και της ορθογραφίας, ενώ η αναγνωστική ικανότητα είναι ανεπηρέαστη.

 Συχνά το παιδί με ειδική διαταραχή γραπτής έκφρασης:   

  • Αντιστρέφει, παραλείπει, αντικαθιστά γράμματα, συλλαβές, λέξεις
  • Δεν μπορεί να ακολουθήσει ορθογραφικούς κανόνες
  • Κάνει λάθος χρήση των σημείων στίξης
  • Παραλείπει γράμματα και συλλαβές
  • Ενώνει τις λέξεις
  • Αποτυπώνει τις λέξεις όπως ακριβώς ακούγονται (π.χ. Εφχαριστο αντί για ευχαριστώ)
  • Δυσκολεύεται στην απομνημόνευση των γραμμάτων

Η ειδική διαταραχή γραπτής έκφρασης πολύ συχνά συνυπάρχει με την Δυσλεξία(διαταραχή της ανάγνωσης). Ο όρος Δυσγραφία χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει δυσκολίες στη γραφοκινητικότητα όπως δυσκολία στο σχηματισμό γραφικών χαρακτήρων (αυτόματη νοητική αναπαράσταση και εκμάθηση της αλληλουχίας των μυϊκών κινήσεων), στη γραφή σε συγκεκριμένα πλαίσια, στη διατήρηση της ομοιομορφίας των χαρακτήρων, στην γραφή ευανάγνωστων χαρακτήρων, στην ταχύτητα γραφής.

Ειδική διαταραχή μαθηματικών ικανοτήτων(Δυσαριθμισία): Αναφέρεται σε δυσκολίες στην κατανόηση μαθηματικών εννοιών (ποσοτικές, χρονικές και χωρικές σχέσεις), στην αναγνώριση αριθμών και μαθηματικών συμβόλων, στην απομνημόνευση της προπαίδειας, στην κατανόηση αφηρημένων μαθηματικών εννοιών, στην επίλυση μαθηματικών προβλημάτων, στην εκτέλεση παιχνιδιών στρατηγικής όπως το σκάκι, στη φτωχή μακροπρόθεσμη μνήμη, στη δυσκολία εκτέλεσης πράξεων, στην κατανόηση γραφικών παραστάσεων, νοερών πράξεων.

Μικτή διαταραχή σχολικών ικανοτήτων: Πρόκειται για μια μη επαρκώς διασαφηνισμένη διαγνωστική κατηγορία των Μ.Δ.. Σε αυτή την περίπτωση οι δεξιότητες αριθμητικής, ανάγνωσης και ορθογραφίας είναι σοβαρά επηρεασμένες και δεν οφείλονται σε νοητική υστέρηση ή σε συνθήκες ανεπαρκούς εκπαίδευσης. Για να δοθεί αυτή η διάγνωση θα πρέπει να συνυπάρχει η συμπτωματολογία της εξελικτικής διαταραχής των μαθηματικών ικανοτήτων και της ειδικής διαταραχής της ανάγνωσης ή της γραφής.

Άλλη αναπτυξιακή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων: Αναφέρεται στην Αναπτυξιακή Διαταραχή της Γραπτής Έκφρασης. Χαρακτηριστικό αυτής της διαταραχής είναι η σημαντική δυσκολία στην ανάπτυξη δεξιοτήτων γραπτής έκφρασης η οποία δεν οφείλεται σε νοητική υστέρηση, σε ανεπαρκή εκπαίδευση, σε διαταραχές όρασης ή ακοής ή σε άλλη νευρολογική διαταραχή. Η διάγνωση αυτή δίνεται μόνο εφόσον επηρεάζονται σημαντικά οι σχολικές επιδόσεις και οι δραστηριότητες καθημερινής ζωής που απαιτούν δεξιότητες γραπτής έκφρασης. Η δυσκολία στη δημιουργία γραπτών κειμένων αποδεικνύεται από λάθη γραμματικά, ορθογραφίας, τονισμού ή φτωχής οργάνωσης των παραγράφων.

Αναπτυξιακή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων - Αδιευκρίνιστη: αναφέρεται μόνο σε αδιευκρίνιστες διαταραχές οι οποίες χαρακτηρίζονται από σημαντική δυσκολία στη μάθηση, που οφείλονται σε νοητική υστέρηση, σε διαταραχές της οπτικής οξύτητας ή σε ανεπαρκή εκπαίδευση.

Ποια είναι η συχνότητα εμφάνισης των μαθησιακών δυσκολιών;

Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η συχνότητα εμφάνισης των μαθησιακών δυσκολιών και αυτό γιατί πρώτων δεν υπάρχει ακόμα σε διεθνές επίπεδο ένας ευρέως αποδεκτός ορισμός υπό τον οποίο θα δημιουργηθούν κοινά αποδεκτά αξιολογητικά εργαλεία τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη τους και τη διαφορετικότητα των φυλών σε επίπεδο, πολιτισμικής, εκπαιδευτικής κουλτούρας και γλώσσας και δεύτερον εφόσον ο ορισμός δεν είναι κοινός οι έρευνες ανά τον κόσμο ξεκινούν από διαφορετικές υποθέσεις και διαπιστώσεις. 
Σύμφωνα με τις επιστημονικές έρευνες, το 15-20% του μαθητικού πληθυσμού φαίνεται να αντιμετωπίζει κάποιας μορφής μαθησιακή δυσκολία.

Τα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια έχουν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν μαθησιακές δυσκολίες.

Ποια είναι τα αίτια εμφάνισης των μαθησιακών δυσκολιών;

Οι μαθησιακές δυσκολίες οφείλονται κυρίως γενετικούς και νευρο - βιολογικούς παράγοντες. Δεν προκαλούνται λόγω πολιτισμικών, γλωσσικών διαφορών, λόγω φτωχής εκπαίδευσης και μειωμένου κινήτρου για μάθηση ή λόγω φτωχού σε ερεθίσματα και εμπειρίες περιβάλλοντος. Παρόλα αυτά συνθήκες σαν τις παραπάνω μπορούν να επηρεάσουν το εύρος και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων των Μ.Δ.. Συχνά οι μαθησιακές δυσκολίες συνυπάρχουν και με άλλες διαταραχές (συναισθηματικές, συμπεριφορικές, αισθητηριακές, γνωστικές).

Μπορούν οι μαθησιακές δυσκολίες να εντοπιστούν έγκαιρα;

Ο εντοπισμός της πιθανότητας εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών σ’ ένα παιδί μπορεί να γίνει πολύ νωρίτερα από την εισαγωγή του παιδιού στο σχολείο.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της ανάπτυξής του, το παιδί μπορεί να εμφανίσει συγκεκριμένες δυσκολίες σε διάφορους τομείς της ζωής του, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν σαφής ενδείξεις εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών κατά την σχολική του ηλικία.

Μερικές από της σημαντικότερες ενδείξεις κατά την προσχολική ηλικία είναι:

  • Χαμηλός μυϊκός τόνος, όπου το παιδί δείχνει αδύναμο, νωθρό και δεν επιθυμεί την κίνηση στο χώρο.
  • Καθυστερημένη εξέλιξη σε αδρή κινητικότητα (αργεί να καθίσει, να ορθοστατήσει, να περπατήσει, δυσκολεύεται να κλοτσήσει, να πετάξει, να πιάσει μπάλα, να κάνει κούνια, ν’ ανέβει σε υψηλό επίπεδο κα να πηδήξει )
  • Καθυστερημένη εξέλιξη σε λεπτή κινητικότητα (χρησιμοποιεί αδρές λαβές και όχι πιο επιδέξιες λαβές όπως διποδική, τριποδική , δεν παίζει με μικρά παιχνίδια π.χ. τουβλάκια, μικρές μπάλες)
  • Φτωχός οπτικοκινητικός συντονισμός (δεν παρακολουθεί τα χέρια του όταν παίζει, δυσκολεύεται να βάλει ή να βγάλει παιχνίδια από κουτί)
  • Ανώριμη οφθαλμοκίνηση (σταθεροποίηση και μετατόπιση βλέμματος, οπτική σύγκλιση κοντά και μακριά, οπτική ακολουθία κινούμενων αντικειμένων, σταθεροποίηση βλέμματος)
  • Προτιμά κυρίως παιχνίδια απλά και όχι της χρονολογικής του ηλικίας.
  • Δεν εξερευνά το περιβάλλον
  • Καθυστερημένη ανάπτυξη του λόγου

Μεγαλώνοντας το παιδί και με την εισαγωγή του στο νηπιαγωγείο μπορεί να εμφανίσει επιπλέον δυσκολίες σε πιο συγκεκριμένες δεξιότητες όπως:

  • Διαταραχές κινητικής λειτουργικότητας: όπου παραμένουν δυσκολίες στην αδρή κινητικότητα και στον συντονισμό των κινήσεων καθώς το παιδί δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε πιο αδρό κινητικό παιχνίδι όπως να κάνει κουτσό, να πηδήξει εμπόδια, να τρέξει, να παίξει σκοινάκι και γενικότερα να συμμετέχει σε δραστηριότητες που απαιτούν κινητικό σχεδιασμό και οργάνωση. Δεν υπάρχει εγκατεστημένη πλευρίωση, δηλαδή προτίμηση μιας πλευράς του σώματος ως κύριας κατά τη δραστηριότητα.       Επίσης παραμένουν δυσκολίες στη λεπτή κινητικότητα όπου το παιδί δυσκολεύεται στο χειρισμό μολυβιού, ψαλιδιού, να δέσει τα κορδόνια του ή να κουμπώσει κουμπιά και γενικότερα στην επεξεργασία λεπτών αντικειμένων καθώς υπολείπεται ο διαχωρισμός των κινήσεων στο άνω άκρο.
  • Κιναισθητικές δεξιότητες (αίσθηση της θέσης και της κίνησης των μελών του σώματος χωρίς την παρεμβολή της όρασης).
  • Διαταραχές συγκέντρωσης και προσοχής: Το παιδί σε αυτή τη περίπτωση αφαιρείται συχνά από την εργασία του, έχει μικρή διάρκεια συγκέντρωσης, παρουσιάζει υπερκινητικότητα, ανησυχία και οι αντιδράσεις του χαρακτηρίζονται παρορμητικές. Επίσης δυσκολεύεται να αντιδράσει έγκαιρα σε εντολές ή να ολοκληρώσει μια δραστηριότητα.
  • Γραφοκινητικές δεξιότητες: Αναφέρονται στην ικανότητα του παιδιού να κάνει λειτουργική σύλληψη και χρήση του μολυβιού (π.χ. να μην το σφίγγει – πιέζει) ώστε να μπορεί να το ελέγχει επαρκώς , ώστε να αποφεύγεται η εμφάνιση πόνου ή η υιοθέτηση ανορθόδοξης καθιστής θέσης. Όταν το παιδί υπολείπεται στην παραπάνω δεξιότητα αντιμετωπίζει δυσκολίες στη ζωγραφική, στη γραφή σε κάθετο και οριζόντιο επίπεδο, στη διατήρηση σωστής γραφικής κατεύθυνσης (δηλαδή από πάνω προς τα κάτω και από τα αριστερά προς τα δεξιά).
  • Δυσκολίες στη λεκτική επικοινωνία: Φτωχός λόγος, αποφεύγει συζητήσεις (δείχνει ντροπαλός)
  • Δυσκολίες σε αισθητικο-αντηλιπτικές δεξιότητες:
    • Δυσκολίες στη μνήμη: Τόσο στην οπτική όσο και στην ακουστική βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη μνήμη (δεν θυμάται μια εντολή που μόλις του δόθηκε, δεν μπορεί ν’ αντιγράψει ένα σχέδιο που μόλις είδε)
    • Δυσκολία κατανόησης εννοιών χρονικού και χωρικού προσανατολισμού: Όπως διαχωρισμός ΑΡ-ΔΕ, μπροστά – πίσω, πρώτο – τελευταίο, αρχή – τέλος, κ.α.
    • Δυσκολίες οπτικής αντίληψης: Όπως ν’ αναπαράγει ένα σχέδιο ή μια κατασκευή και δυσκολία αναγνώρισης του ίδιου ή διαφορετικού ανάμεσα σε σχήματα-εικόνες
    • Ανώριμο ιχνογράφημα ανθρώπινης φιγούρας
  • Ψυχοκοινωνικά προβλήματα: συνειδητή αποφυγή μάθησης, επιθετικότητα, αντίσταση στην πίεση, εύκολη αποθάρρυνση, ελαττωμένη αυτοπεποίθηση, δυσκολία στο να κάνει φίλους της ίδιας ηλικίας.

Αξιολόγηση και θεραπεία

Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες δεν είναι όλα ίδια και λόγω της ιδιαιτερότητας των δυσκολιών τους χρειάζονται ατομική και πολλές φορές μακροχρόνια παρέμβαση, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και το εύρος ή τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Παρόλο που οι μαθησιακές δυσκολίες αναφέρονται ως ισόβια διαταραχή, είναι εφικτό εάν υπάρξει έγκαιρη διάγνωση και κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση, ο μαθητής να καταφέρει να παρακάμψει ή και να ξεπεράσει τους περιορισμούς και να ανακαλύψει νέες στρατηγικές μάθησης. Η εκπαίδευση ακαδημαϊκών δεξιοτήτων από ειδικούς παιδαγωγούς, ώστε να μπορέσει το παιδί να ενταχθεί και να ακολουθήσει το σχολικό πρόγραμμα είναι πολύ σημαντική. Ανάλογα πάντα με το εύρος και την ποικιλότητα της συμπτωματολογίας που τα παιδιά παρουσιάζουν, κρίνεται σημαντική η έναρξη συνεδριών εργοθεραπείας.

Ο εργοθεραπευτής θα αξιολογήσει τις δυσκολίες του παιδιού σε δραστηριότητες καθημερινής ζωής, κινητικές, γνωστικές, αισθητηριακές, αντιληπτικές και γραφοκινητικές δεξιότητες. Η παρέμβαση του εργοθεραπευτή μπορεί να είναι άμεση και έμμεση. Η άμεση παρέμβαση σχετίζεται με τις θεραπευτικές μεθόδους και τεχνικές, που αποσκοπούν στη βελτίωση των δεξιοτήτων του παιδιού. Θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως αυτή της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης έχουν αποδειχτεί σημαντικά ωφέλιμές για τα παιδιά με Μ.Δ.. Η έμμεση παρέμβαση σχετίζεται τόσο με την συμβουλευτική σε γονείς και δασκάλους, όσο και με τη δυνατότητά του να προτείνει αντισταθμιστικές μεθόδους διδασκαλίας, αλλά και να προτείνει προσαρμογές στο σχολικό περιβάλλον, που θα ενισχύσουν τις δυνατότητες του παιδιού. Κύριος στόχος του εργοθεραπευτή είναι ο έγκαιρος εντοπισμός των προαναφερθέντων ελλειμμάτων και η κάλυψή τους στο μέγιστο δυνατό, ώστε η μετάβαση και η και σταδιοδρομία στη σχολικό περιβάλλον να είναι ομαλή.

Βιβλιογραφία

  • Case-Smith, J. (2001). Occupational therapy for children, 4 edition. Mosby
  • Hong C., Howard L. (2002). Occupational Therapy in Childhood. Whurr Publishers Ltd
  • Ελληνική Εταιρεία Δυσλεξίας www.dyslexia.gr
  • The International Dyslexia Association (IDA) www.interdys.org
  • Dyscalculia Organization www.dyscalculia.org
  • American Academy of Pediatrics www.aap.org
  • Τσίπρα Ι. Εκπαιδευτικές σημειώσεις: Αξιολόγηση και Αντιμετώπιση της Δυσγραφίας. Σύλλογος Ελλήνων Εργοθεραπευτών